Μετάβαση στο περιεχόμενο

suspekt-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
suspekt- < γαλλική, αγγλική suspect

suspekt- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: υποψία

Παράγωγα

[επεξεργασία]