Μετάβαση στο περιεχόμενο

svati

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
svati < ρωσική сватать

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsva.ti/
ρήμα svati
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας svatas svatanta svatata
αόριστος svatis svatinta svatita
μέλλοντας svatos svatonta svatota
υποθετική svatus - -
προστακτική svatu - -

svati (eo)