Μετάβαση στο περιεχόμενο

swear by

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας swear by
γ΄ ενικό ενεστώτα swears by
αόριστος swore by
παθητική μετοχή sworn by
ενεργητική μετοχή swearing by

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
swear by <  δείτε τις λέξεις swear και by

swear by (en) (μεταβατικό)

  1. ορκίζομαι στο όνομα κάποιου, ονομάζω κάποιον ή κάτι για να δείξω ότι δίνω μια σοβαρή υπόσχεση
    παράδειγμα  He loves her so much; he swears to it by her name.
    Τόσο πολύ την αγαπάει· ορκίζεται στο όνομά της.
  2. ορκίζομαι σε κάτι, είμαι βέβαιος ότι κάτι είναι καλό ή χρήσιμο
    παράδειγμα  She swears by aspirin (=she has a lot of confidence in it).
    Ορκίζεται στην ασπιρίνη (=της έχει μεγάλη εμπιστοσύνη).