swear by
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | swear by |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | swears by |
| αόριστος | swore by |
| παθητική μετοχή | sworn by |
| ενεργητική μετοχή | swearing by |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]swear by (en) (μεταβατικό)
- ορκίζομαι στο όνομα κάποιου, ονομάζω κάποιον ή κάτι για να δείξω ότι δίνω μια σοβαρή υπόσχεση
He loves her so much; he swears to it by her name.
- Τόσο πολύ την αγαπάει· ορκίζεται στο όνομά της.
- ορκίζομαι σε κάτι, είμαι βέβαιος ότι κάτι είναι καλό ή χρήσιμο
She swears by aspirin (=she has a lot of confidence in it).
- Ορκίζεται στην ασπιρίνη (=της έχει μεγάλη εμπιστοσύνη).