swear in
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | swear in |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | swears in |
| αόριστος | swore in |
| παθητική μετοχή | sworn in |
| ενεργητική μετοχή | swearing in |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]swear in (en)
- (μεταβατικό, συχνά στην παθητική φωνή) ορκίζω, παρουσιάζω επίσημα έναν νέο δημόσιο υπάλληλο ή αρχηγό σε μια ειδική τελετή κατά την οποία υπόσχεται να εκτελέσει τα καθήκοντά του
The new government was sworn in yesterday.
- Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε χτες.
- ≈ συνώνυμα: swear into