Μετάβαση στο περιεχόμενο

swear into

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας swear into
γ΄ ενικό ενεστώτα swears into
αόριστος swore into
παθητική μετοχή sworn into
ενεργητική μετοχή swearing into

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
swear into <  δείτε τις λέξεις swear και into

swear into (en)

  • (μεταβατικό, συχνά στην παθητική φωνή) ορκίζω, παρουσιάζω επίσημα έναν νέο δημόσιο υπάλληλο ή αρχηγό σε μια ειδική τελετή κατά την οποία υπόσχεται να εκτελέσει τα καθήκοντά του
    παράδειγμα  The new government was sworn into office yesterday.
    Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε χτες.
     συνώνυμα: swear in