swear word
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| swear word | swear words |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]swear word (en)
- η βρισιά, η βλαστήμια
Don’t use swear words in front of the children.
- Μην χρησιμοποιείς βρισιές μπροστά στα παιδιά.
She started yelling and flinging swear words as soon as she got angry.
- Άρχισε να φωνάζει και να πετάει βρισιές μόλις θυμώθηκε.
He uttered serious swear words.
- Ξεστόμισε βαριές βλαστήμιες.
- ≈ συνώνυμα: curse word και expletive