Μετάβαση στο περιεχόμενο

sweater

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sweater sweaters

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sweater < sweat + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sweater (en)

  • (ενδυμασία) το πουλόβερ, η μπλούζα, ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος συνήθως από βαμβάκι ή μαλλί με μακριά μανίκια
    παράδειγμα  a Christmas sweater - χριστουγεννιάτικο πουλόβερ
    παράδειγμα  a black long-sleeved sweater - μπλούζα μακρυμάνικη μαύρη