Μετάβαση στο περιεχόμενο

swell

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /swɛl/
 

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
swell < κληρονομημένο από τη μέση αγγλική swellen < αγγλοσαξονική < πρωτογερμανική < άγνωστης ετυμολογίας
το ουσιαστικό: < κληρονομημένο από τη μέση αγγλική swelle < ρήμα swellen

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
swell swells

swell (en)

  1. η ενέργεια του ρήματος swell (φουσκώνω)
    1. η αύξηση του μεγέθους
    2. (μουσική) η σταδιακή αύξηση του crescendo
  2. (παρωχημένο) άνθρωπος πολύ κομψός
  3. (ανεπίσημο) άνθρωπος σημαντικός, ανώτερης τάξης
ενεστώτας swell
γ΄ ενικό ενεστώτα swells
αόριστος swelled, swole
παθητική μετοχή swelled, swollen
ενεργητική μετοχή swelling

swell (en)

  1. (αμετάβατο) φουσκώνω, διογκώνομαι, πρήζομαι, αυξάνω οι διαστάσεις
    παράδειγμα  Wood often swells (up) when it gets wet.
    Το ξύλο συχνά φουσκώνει όταν βραχεί.
    παράδειγμα  A solid body swells by absorbing liquid.
    Ένα στερεό σώμα διογκώνεται με την απορρόφηση υγρού.
    παράδειγμα  His face swelled up.
    Πρήστηκε το πρόσωπό του.
  2. (αμετάβατο) φουσκώνω, είμαι γεμάτος ένα δυνατό συναίσθημα
    παράδειγμα  He swelled with pride.
    Φούσκωσε από περηφάνια.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
swell < ουσιαστικό swell κατά τη σημασία του «κομψός»

Επίθετο

[επεξεργασία]

swell (en)

  1. (παρωχημένο) κομψός, ντυμένος με γούστο
  2. (παρωχημένο, ΗΠΑ, Καναδάς) εξαιρετικός

Επίρρημα

[επεξεργασία]

swell (en)