Μετάβαση στο περιεχόμενο

sylve

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sylve sylves

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sylve (fr) θηλυκό