sympathetic

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

sympathetic < sympathy < μέση γαλλική sympathie < υστερολατινική sympathia < αρχαία ελληνική συμπάθεια < συμπάσχω < σύν + πάσχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌsɪmpəˈθɛtɪk/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

sympathetic (en)

  1. που δείχνει συμπάθεια, που συμπάσχει με κάποιον άλλο, συμπονετικός, σπλαχνικός
  2. που δείχνει συμπάθεια, εύνοια
  3. συμπαθής, συμπαθητικός
  4. ευνοϊκά διακείμενος, φιλικά διακείμενος
  5. (ανατομία) συμπαθητικός
    sympathetic nervous system - συμπαθητικό νευρικό σύστημα

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]