Μετάβαση στο περιεχόμενο

synchronique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
synchronique synchroniques

Επίθετο

[επεξεργασία]

synchronique (fr) αρσενικό ή θηλυκό