syndic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
syndic syndics

syndic (fr) αρσενικό

  1. υπεύθυνος μιας συνιδιοκτησίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]