Μετάβαση στο περιεχόμενο

systole

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
systole systoles

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

systole (fr) θηλυκό