szczyt
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]szczyt < πρωτοσλαβική ščitъ
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]szczyt (pl) αρσενικό
- η κορυφή
szczyt < πρωτοσλαβική ščitъ
szczyt (pl) αρσενικό