tétrachlorure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tétrachlorure < tétra- + chlorure

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tétrachlorure tétrachlorures

tétrachlorure (fr) αρσενικό

  1. (χημεία) τετραχλώριο