Μετάβαση στο περιεχόμενο

tímido

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: timido

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό tímido tímidos
θηλυκό tímida tímidas

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tímido < λατινική timidus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈt̪i.mi.ð̞o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: mido

Επίθετο

[επεξεργασία]

tímido (es)

  • ντροπαλός
    παράδειγμα  Vamos, come. No seas tímida y siéntete como en tu casa, querida.
    Έλα, φάε. Μην είσαι ντροπαλή και νιώσε σαν στο σπίτι σου, αγαπητή.
    παράδειγμα  Venga, lánzate de una vez; no seas tímido. Hay más gente esperando detrás de nosotros.
    Άντε, πήδα επιτέλους· μην είσαι ντροπαλός. Υπάρχει κι άλλος κόσμος που περιμένει πίσω μας.
    παράδειγμα  Lo tímida no se te va a quitar hasta que enfrentes a aquello que te asusta.
    Η ντροπαλότητά σου δεν θα φύγει μέχρι να αντιμετωπίσεις αυτό που σε φοβίζει.
     συνώνυμα:  cohibido, penoso, retraído, timorato και vergonzoso

Συγγενικά

[επεξεργασία]