tímido
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | tímido | tímidos |
| θηλυκό | tímida | tímidas |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈt̪i.mi.ð̞o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : tí‐mi‐do
Επίθετο
[επεξεργασία]tímido (es)
- ντροπαλός
Vamos, come. No seas tímida y siéntete como en tu casa, querida.
- Έλα, φάε. Μην είσαι ντροπαλή και νιώσε σαν στο σπίτι σου, αγαπητή.
Venga, lánzate de una vez; no seas tímido. Hay más gente esperando detrás de nosotros.
- Άντε, πήδα επιτέλους· μην είσαι ντροπαλός. Υπάρχει κι άλλος κόσμος που περιμένει πίσω μας.
Lo tímida no se te va a quitar hasta que enfrentes a aquello que te asusta.
- Η ντροπαλότητά σου δεν θα φύγει μέχρι να αντιμετωπίσεις αυτό που σε φοβίζει.
- ≈ συνώνυμα: cohibido, penoso, retraído, timorato και vergonzoso
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- tímido - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.