tłum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /twum/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tłum (pl) αρσενικό

  1. το πλήθος (για άτομα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]