tacot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ko/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tacot tacots

tacot (fr) αρσενικό

Un vieux tacot. Μια παλιά σακαράκα.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]