taille

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

taille < → δείτε τη λέξη tailler

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /taj/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
taille tailles

taille (fr) θηλυκό

  1. η μέση (του σώματος)
  2. το ανάστημα, το μπόι
  3. είδος φόρου, κατά το Μεσαίωνα
  4. το μέγεθος
  5. το παράστημα
  6. η κοπή, το κόψιμο

Σύνθετα[επεξεργασία]