Μετάβαση στο περιεχόμενο

tailspin

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tailspin (en)

  1. η κάθετη ελεύθερη πτώση αεροπορικού μέσου
  2. η καταρράκωση, ανεξέλεγκτη και δυσμενής κατάσταση