take-home pay
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]take-home pay (en)
- ο καθαρός μισθός, αυτό που πηγαίνει κανείς στο σπίτι, μετά τις κρατήσεις
take-home pay (en)