Μετάβαση στο περιεχόμενο

take action

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
take action <  δείτε τις λέξεις take και action

Έκφραση

[επεξεργασία]

take action (en)

  • (ιδιωματισμός) ενεργώ, δρω
    παράδειγμα  The union decided to take action immediately.
    Το σωματείο αποφάσισε να ενεργήσει αμέσως.
    παράδειγμα  The leader’s speech prompted the people to take action.
    Η ομιλία του ηγέτη παρακίνησε τον λαό να δράσει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη act