Μετάβαση στο περιεχόμενο

take care of

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας take care of
γ΄ ενικό ενεστώτα takes care of
αόριστος took care of
παθητική μετοχή taken care of
ενεργητική μετοχή taking care of

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
take care of (απολεξικοποιημένο ρήμα)  δείτε τις λέξεις take, care και of

Έκφραση

[επεξεργασία]

take care of (en)

  1. φροντίζω, κοιτάζω, νοιάζομαι, περιποιούμαι, νοικοκυρεύω, προσέχω
    παράδειγμα  Who is taking care of the baby right now?
    Ποιος φροντίζει τώρα το μωρό;
    παράδειγμα  Who will take care of the garden while you are away?
    Ποιος θα κοιτάζει τον κήπο όσο λείπεις;
    παράδειγμα  Who will take care of the kids?
    Ποιος θα νοιαστεί τα παιδιά;
    παράδειγμα  Are you being taken care of, sir?
    Σας περιποιούνται, κύριε;
    παράδειγμα  a well taken care of family - νοικοκυρεμένη οικογένεια
    παράδειγμα  The little house was old but well taken care of.
    Το σπιτάκι τους ήταν παλιό, αλλά νοικοκυρεμένο.
    παράδειγμα  I need to take care of my body.
    Πρέπει να προσέξω το σώμα μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη look after
  2. κανονίζω, ρυθμίζω, τακτοποιώ, είμαι υπεύθυνος ή για να χειριστώ μια κατάσταση ή εργασία
    παράδειγμα  We will get this taken care of right away.
    Αυτό θα το τακτοποιήσουμε αμέσως.
    παράδειγμα  Let them take care of it themselves.
    Άσε τους να το κανονίσουν μόνοι τους.
    παράδειγμα  Do not worry, it will all be taken care of.
    Μη στενοχωριέσαι, όλα θα ρυθμιστούν.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη deal with