Μετάβαση στο περιεχόμενο

take into account

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
take into account <  δείτε τις λέξεις take, into και account

Έκφραση

[επεξεργασία]

take into account (en)

  • (ιδιωματισμός) λογαριάζω, έχω υπόψη μου, λαμβάνω υπόψη γεγονότα, περιστάσεις κτλ. όταν παίρνω μια απόφαση για κάτι
    παράδειγμα  I never took into account public opinion.
    Ποτέ δε λογάριασα την κοινή γνώμη.
    παράδειγμα  We must take everything into account before we decide.
    Πρέπει να τα λογαριάσουμε όλα πριν αποφασίσουμε.
    παράδειγμα  Have you taken into account the consequences?
    Έχεις υπόψη σου τις συνέπειες;
    παράδειγμα  I will not take it into account at all.
    Δε θα το πάρω καθόλου υπόψη μου.
    παράδειγμα  Knowledge of a foreign language will be taken into account.
    Θα ληφθεί υπόψη η γνώση μιας ξένης γλώσσας.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]