take off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας take off
γ΄ ενικό ενεστώτα takes off
αόριστος took off
παθητική μετοχή taken off
ενεργητική μετοχή taking off

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις take και off

Ρήμα[επεξεργασία]

take off (en) (μεταβατικό)

  1. βγάζω, αφαιρώ
    He took off his shoes. - έβγαλε τα παπούτσια του
    Tomorrow the doctor will take the cast off her arm. - αύριο ο γιατρός θα της βγάλει το γύψο
     συνώνυμα: doff (μόνο για ρούχα)
     αντώνυμα: don (μόνο για ρούχα), put on
  2. μιμούμαι, σατιρίζω
    They love to take off all the politicians' mannerisms. - τούς αρέσει να μιμούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όλων των πολιτικών
     συνώνυμα: ape, imitate, impersonate, mimic
  3. υπολογίζω μια ποσότητα
    I'll take off the concrete and steel for this construction project. - θα υπολογίσω τα μπετά και το ατσάλι γι' αυτό το οικοκδομικό σχέδιο.

(αμετάβατο)

  1. απογειώνομαι
    The plane has been cleared to take off from runway 3. - Δόθηκε άδεια για απογείωση στο αεροπλάνο από τον διάδρομο 3.
     αντώνυμα: land, touch down
  2. (μεταφορικά) απογειώνομαι
    The business has really taken off this year and has made quite a profit. - Η επιχείρηση είχε μεγάλη άνθιση αυτή τη χρονιά, κι έκανε καλά κέρδη.
     συνώνυμα: bloom, blossom, flourish, grow, thrive
  3. φεύγω
    I'm going to take off now. - Λέω να φύγω τώρα
    Take off, loser! - Φεύγα, βρε χαμένε!
     συνώνυμα: depart

Δείτε επίσης[επεξεργασία]