take over

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

ενεστώτας take over
γ΄ ενικό ενεστώτα takes over
αόριστος took over
παθητική μετοχή taken over
ενεργητική μετοχή taking over

Ετυμολογία [επεξεργασία]

take over < → δείτε τις λέξεις take και over

Ρήμα[επεξεργασία]

take over (en)

  • αναλαμβάνω
    I am taking over from June 16, until then Papadakis remains the supervisor.
    Αναλαμβάνω από 16 Ιουνίου, μέχρι τότε παραμένει προϊστάμενος ο Παπαδάκης.