taking

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
taking takings

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

taking (en)

  1. η ενέργεια του παίρνω, το λαβείν
  2. (στον πληθυντικό): τα κέρδη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

taking (en) (σχηματίζει τα παραθετικά περιφραστικά) more taking, most taking

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

taking (en)