taking

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
taking takings

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

taking (en)

  1. η ενέργεια του παίρνω, το λαβείν
  2. (στον πληθυντικό): τα κέρδη

Επίθετο[επεξεργασία]

taking (en) (σχηματίζει τα παραθετικά περιφραστικά) more taking, most taking

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

taking (en)