Μετάβαση στο περιεχόμενο

talk at

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας talk at
γ΄ ενικό ενεστώτα talks at
αόριστος talked at
παθητική μετοχή talked at
ενεργητική μετοχή talking at

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
talk at <  δείτε τις λέξεις talk και at

talk at (en)

  • μιλάω σε κάποιον χωρίς να προσέχω τι λέει ο ίδιος
    παράδειγμα  Instead of talking at me, it’d be better for you to talk with me.
    Αντί να μου μιλάς χωρίς να προσέχεις τι λέω κι εγώ, θα 'ταν καλύτερα να κουβεντιάσεις μαζί μου.