Μετάβαση στο περιεχόμενο

talk back

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας talk back
γ΄ ενικό ενεστώτα talks back
αόριστος talked back
παθητική μετοχή talked back
ενεργητική μετοχή talking back

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
talk back <  δείτε τις λέξεις talk και back

talk back (en)

  • αντιμιλώ σε κάποιον, απαντώ με αναίδεια
    παράδειγμα  Stop talking back to your mother!
    Πάψε να αντιμιλάς στη μητέρα σου!
    παράδειγμα  Don’t talk back to me like that.
    Μην αντιμιλάς έτσι σε μένα!