talk back
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | talk back |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | talks back |
| αόριστος | talked back |
| παθητική μετοχή | talked back |
| ενεργητική μετοχή | talking back |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]talk back (en)
- αντιμιλώ σε κάποιον, απαντώ με αναίδεια
Stop talking back to your mother!
- Πάψε να αντιμιλάς στη μητέρα σου!
Don’t talk back to me like that.
- Μην αντιμιλάς έτσι σε μένα!