Μετάβαση στο περιεχόμενο

talk down

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας talk down
γ΄ ενικό ενεστώτα talks down
αόριστος talked down
παθητική μετοχή talked down
ενεργητική μετοχή talking down

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
talk down <  δείτε τις λέξεις talk και down

talk down (en)

  • (μεταβατικό) μειώνω, κάνω κάτι να φαίνεται λιγότερο σημαντικό ή επιτυχημένο από ό,τι πραγματικά είναι
    παράδειγμα  Don’t talk down your achievements.
    Μη μειώσεις τα επιτεύγματά σου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη minimize