Μετάβαση στο περιεχόμενο

talk over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας talk over
γ΄ ενικό ενεστώτα talks over
αόριστος talked over
παθητική μετοχή talked over
ενεργητική μετοχή talking over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
talk over <  δείτε τις λέξεις talk και over

talk over (en)

  • (μεταβατικό) συζητώ κάτι προσεκτικά και πλήρως, ειδικά για να καταλήξω σε συμφωνία ή να πάρω μια απόφαση
    παράδειγμα  I talked it over with him and he’s in agreement.
    Συζήτησα το θέμα μαζί του και είναι σύμφωνος.
    παράδειγμα  We will talk it over after lunch.
    Θα το συζητήσουμε εν εκτάσει μετά το φαγητό.