taper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

taper (en)

  1. το κερί, το αγιοκέρι
  2. η βαθμιαία μείωση του πάχους σε ένα επίμηκες αντικείμενο, στένεμα προς άκρο (αντικείμενου κτλ.)
    • tapering: βαθμιαία-σταδιακή ελάττωση έντονης άσκησης αθλητή λίγες μέρες πριν από σημαντικό αθλητικό γεγονός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

taper (en)

  • που στενεύει βαθμιαία στην άκρη του, μυτερός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

taper (en)

  1. (μεταβατικό) στενεύω κάτι, το κάνω βαθμιαία στενότερο
  2. (αμετάβατο) στενεύω στις άκρες, γίνομαι στενότερος