Μετάβαση στο περιεχόμενο

taper

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈteɪpə/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
taper tapers

taper (en)

  1. το κερί, το αγιοκέρι
  2. η βαθμιαία μείωση του πάχους σε ένα επίμηκες αντικείμενο, στένεμα προς άκρο (αντικείμενου κτλ.)
    • tapering: βαθμιαία-σταδιακή ελάττωση έντονης άσκησης αθλητή λίγες μέρες πριν από σημαντικό αθλητικό γεγονός

Επίθετο

[επεξεργασία]

taper (en)

  • που στενεύει βαθμιαία στην άκρη του, μυτερός
ενεστώτας taper
γ΄ ενικό ενεστώτα tapers
αόριστος tapered
παθητική μετοχή tapered
ενεργητική μετοχή tapering

taper (en)

  1. (μεταβατικό) στενεύω κάτι, το κάνω βαθμιαία στενότερο
  2. (αμετάβατο) στενεύω στις άκρες, γίνομαι στενότερος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

taper (fr)

  1. χτυπάω, χτυπώ
  2. πληκτρολογώ