taper
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| taper | tapers |
taper (en)
Επίθετο
[επεξεργασία]taper (en)
- που στενεύει βαθμιαία στην άκρη του, μυτερός
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | taper |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tapers |
| αόριστος | tapered |
| παθητική μετοχή | tapered |
| ενεργητική μετοχή | tapering |
taper (en)
- (μεταβατικό) στενεύω κάτι, το κάνω βαθμιαία στενότερο
- (αμετάβατο) στενεύω στις άκρες, γίνομαι στενότερος
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]taper (fr)