target
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| target | targets |
target (en)
- ο στόχος, ο σκοπός, αποτέλεσμα που προσπαθώ να πετύχω
- ο στόχος, για κάποιον ή για κάτι προς το(ν) οποίο κατευθύνεται μια επιθετική, εχθρική συμπεριφορά
The minister became a target of intense criticism.
- Ο υπουργός έγινε στόχος έντονης κριτικής.
What have I done to you that you have made me a target?
- Τι σου έχω κάνει και με έχεις βάλει στόχο;
- ο στόχος, το σημείο προς το οποίο κατευθύνει κάποιος τη βολή για να χτυπήσει
He hit the target ten times consecutively.
- Πέτυχε το στόχο δέκα φορές συνέχεια.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | target |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | targets |
| αόριστος | targeted |
| παθητική μετοχή | targeted |
| ενεργητική μετοχή | targeting |
target (en) (συχνά στην παθητική φωνή)
- στοχεύω, κατευθύνω, στρέφω μια επίθεση ή μια κριτική εναντίον κάποιου ή κάτι
Target the center of the circle.
- Στόχευσε στο κέντρο του κύκλου.
All his criticism was targeted at me.
- Όλη η κριτική του κατευθυνόταν εναντίον μου.
- προορίζομαι, απευθύνομαι, προσπαθώ να επηρεάσω μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων ή ένα συγκεκριμένο πράγμα
This dictionary targets/is targeted at Greek learning English.
- Αυτό το λεξικό προορίζεται για τους Έλληνες που μαθαίνουν αγγλικά.
This books is targeted at beginners.
- Αυτό το βιβλίο απευθύνεται σε αρχαρίους.
It’s a sales promotion campaign targeting/which targets young consumers.
- Είναι εκστρατεία προώθησης πωλήσεων που απευθύνεται σε νεαρούς καταναλωτές.