tasting
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tasting | tastings |
tasting (en)
- η γευσιγνωσία
a wine tasting - γευσιγνωσία κρασιών
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]tasting (en)