Μετάβαση στο περιεχόμενο

tasting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tasting tastings

tasting (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

tasting (en)