tatarfalko
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | tatarfalko | tatarfalkoj |
| αιτιατική | tatarfalkon | tatarfalkojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ta.tar.ˈfal.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ta‐tar‐fal‐ko
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tatarfalko (eo)
- (πτηνό) το στεπογέρακο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- tatarfalko στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
