tear up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- tear up < tear (από την ετυμολογία 1) + up
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tear up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tears up |
| αόριστος | tore up |
| παθητική μετοχή | torn up |
| ενεργητική μετοχή | tearing up |
tear up (en)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- tear up < tear (από την ετυμολογία 2) + up
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tear up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | tears up |
| αόριστος | teared up |
| παθητική μετοχή | teared up |
| ενεργητική μετοχή | tearing up |
tear up (en)
- δακρύζω
He teared up when he learned that…
- Δάκρυσε, όταν έμαθε πως…
I teared up from laughter.
- Δάκρυσα από τα γέλια.
My eye is tearing up.
- Δακρύζει το μάτι μου.