Μετάβαση στο περιεχόμενο

tebé

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tebé, verlan του bête

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tə.be/

Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tebé tebés
θηλυκό tebée tebées

tebé (fr)

Mais t'es tebé ou quoi ? Je t'avais dit de rester là ! - Καλά, ηλίθιος είσαι; Σου είχα πει να περιμένεις εδώ!
 συνώνυμα: bête, idiot, stupide, (οικείο) con

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tebé tebés
θηλυκό tebée tebées

tebé (fr)

Quel gros tebé, j'y crois pas… - Μα τι ηλίθιος άνθρωπος, δεν το πιστεύω!
 συνώνυμα: idiot, imbécile, (οικείο) bête, con, crétin, (αργκό) bouffon, boulet

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

teubé