teenage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

teenage (en)

  1. έφηβος
    her teenage daughter is pregnant
  2. εφηβικός
    teenage stories