teenager
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| teenager | teenagers |
teenager (en)
- ο/η έφηβος, η έφηβη
A teenager is a person who is between 13 and 19 years old.
- Ένας έφηβος είναι άτομο που είναι μεταξύ 13 και 19 ετών.