telegram

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

telegram 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

telegram (nl) ουδέτερο (πληθυντικός telegrammen)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

telegram 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

telegram (pl) αρσενικό



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

telegram (sr)