Μετάβαση στο περιεχόμενο

ten sam

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ten sam (pl) < ten + sam

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ten sam (pl)

  • αυτός ο ίδιος, ακριβώς ο ίδιος