tenue
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tenue | tenues |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tenue (fr) θηλυκό
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]tenue (fr)
| ενικός | πληθυντικός |
| tenue | tenues |
tenue (fr) θηλυκό
tenue (fr)