Μετάβαση στο περιεχόμενο

terne

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
terne ternes

Επίθετο

[επεξεργασία]

terne (fr) αρσενικό ή θηλυκό