terril
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- terril < terri < terre
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| terril | terrils |
terril (fr) αρσενικό
| ενικός | πληθυντικός |
| terril | terrils |
terril (fr) αρσενικό