territo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la)[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

territo (la)

  1. προκαλώ τρόμο, καταφοβίζω

Κλιτικός τύπος μετοχής[επεξεργασία]

territo (la)

  1. δοτική και αφαιρετική ενικού του territus, μετοχής του terreo