territorial
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | territorial |
| συγκριτικός | more territorial |
| υπερθετικός | most territorial |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]territorial (en)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | territorial | territoriaux |
| θηλυκό | territoriale | territoriales |
Επίθετο
[επεξεργασία]territorial (fr)
- περιφερειακός, ο αναφερόμενος σε μια περιφέρεια
- εδαφικός (ο αναφερόμενος στην εθνική επικράτεια)
- χωρικός