terroir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
terroir terroirs

terroir (fr) αρσενικό

  1. έδαφος
  2. χώρα καταγωγής ή όπου ζει κανείς