tesitura
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| tesitura | tesituras |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t̪e.siˈt̪u.ɾa/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tesitura (es) θηλυκό
- κατάσταση, συγκυρία, περίσταση
- ※ «Jamás se vio en semejante tesitura económica».
- «tesitura» στο Diccionario de la lengua española, από τη Real Academia Española. 2014.
- «Ποτέ δεν βρέθηκε σε τέτοια οικονομική κατάσταση.»
- ※ «Jamás se vio en semejante tesitura económica».
- στάση, διάθεση
Ese día, la muchacha sintió que nada podría arruinar su cita. Estaba de buena tesitura. Su sonrisa alegraba el corazón de quienes se cruzaban con ella».
- «Εκείνη την ημέρα, το κορίτσι ένιωσε ότι τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει το ραντεβού. Ήταν σε καλή διάθεση. Το χαμόγελό της ζέσταινε τις καρδιές όλων όσων συναντούσε.»
- (μουσική) τεσσιτούρα, έκταση φωνής
Πηγές
[επεξεργασία]- tesitura - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.