Μετάβαση στο περιεχόμενο

tesitura

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
tesitura tesituras

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

tesitura < ιταλική tessitura

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t̪e.siˈt̪u.ɾa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tesitura (es) θηλυκό

  1. κατάσταση, συγκυρία, περίσταση
      «Jamás se vio en semejante tesitura económica».
    «tesitura» στο Diccionario de la lengua española, από τη Real Academia Española. 2014.
    «Ποτέ δεν βρέθηκε σε τέτοια οικονομική κατάσταση
  2. στάση, διάθεση
    παράδειγμα  Ese día, la muchacha sintió que nada podría arruinar su cita. Estaba de buena tesitura. Su sonrisa alegraba el corazón de quienes se cruzaban con ella».
    «Εκείνη την ημέρα, το κορίτσι ένιωσε ότι τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει το ραντεβού. Ήταν σε καλή διάθεση. Το χαμόγελό της ζέσταινε τις καρδιές όλων όσων συναντούσε.»
  3. (μουσική) τεσσιτούρα, έκταση φωνής
    παράδειγμα  «La tesitura de la soprano era impresionante».
    «Η τεσσιτούρα της σοπράνο ήταν εντυπωσιακή.»