Μετάβαση στο περιεχόμενο

the last word

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
the last word <  δείτε τις λέξεις the, last και word

Έκφραση

[επεξεργασία]

the last word (en)

  • (ιδιωματισμός) η τελευταία λέξη
    παράδειγμα  You always have to have the last word.
    Πάντα πρέπει να έχεις την τελευταία λέξη.