the last word
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]the last word (en)
- (ιδιωματισμός) η τελευταία λέξη
You always have to have the last word.
- Πάντα πρέπει να έχεις την τελευταία λέξη.