thereupon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

thereupon (en)

  1. άμεσα, αμέσως μετά, μετά
  2. (λόγιο) σε σχέση με, πάνω σε τομέα-θέμα, σχετικά με, που επιδρά σε